ρηξικελευθος

Αυτός που ανοίγει δρόμο σε δύσβατες (αδιάβατες) περιοχές, αυτός που πρωτοπορεί σε κάτι, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ως μια εικόνα, αυτός που διανοίγει καινούρια μονοπάτια, σπάζοντας βράχους, αποψιλώνοντας αγκάθια, κοντραριζόμενος με το κατεστημένο (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Παρ: ρηξικέλευθη λύση/πρόταση/πολιτική Συν: νεωτεριστικός, καινοτόμος, ριζοσπαστικός

Advertisements