Υποβοσκω -υποφωσκω

Υποβοσκει  -Για κάτι κακό που αναπτύσσεται και δυναμώνει κρυφά και ύπουλα

πχ…«Υποβόσκει η αρρώστια»   «βαθιά κρίση υπέβοσκε στους κόλπους της κυβέρνησης»

υποφωσκει -αρχιζει να φαινεται φως

πχ. «στον ορίζοντα υποφώσκει η αυγή» και «άρχισε να υποφώσκει μια ελπίδα»

Advertisements